..
Έτσι όπως παίρνει τα δάκρυα ο άνεμος καμιά φορά
από τα μάτια στο χώμα
έτσι τ’ ανθάκια τα μικρά της μυγδαλιάς
αφήνει στα μαλλιά σου
στολίδια μικρά με το πρώτο της μέρας χρώμα.
.
.
Περισσότερα... »
skip to content
Thessaloniki Blogs » Ήχος Πλάγιος. Μόνος... | |||
|
Τα καλύτερα blogs της Θεσσαλονίκης με μια ματιά |
Pass Free Internet με Extra! *ΝΕΟΣ* αριθμός: 899 300 300 300 Username: pass Password: free Δωρεάν Μουσική, SMS, WebVoice κ.α. | ||
66569 άρθρα από 122 πηγές
Aa - Zz
(50463)
Αα - Ωω
(16106)
.Έτσι όπως παίρνει τα δάκρυα ο άνεμος καμιά φορά
από τα μάτια στο χώμα
έτσι τ’ ανθάκια τα μικρά της μυγδαλιάς
αφήνει στα μαλλιά σου
στολίδια μικρά με το πρώτο της μέρας χρώμα.
.
.
.Σε μια παλιά γραφή, οι λέξεις
«δε θα ‘ρθει», λέγανε στους περαστικούς
και να που τώρα
φανερώνεσαι πριν το φως του ήλιου
και ξημερώνεις την ψυχή μου.
.
.Στέκει ολόρθη η ρώγα
σταφυλιού θαρρείς
για να την τραγανίσω
σε μια στιγμή αιωνιότητας…
.
.
.
Ο ποταμός Έβρος άγγιξε τα όρια κινδύνου, από βραδύς ανατίναξαν τα αναχώματα η κατάσταση όμως παρέμεινε κρίσιμη, έτσι η απόφαση της επιστροφής υπήρξε ομόφωνη.
Ξεκινήσαμε με το πρώτο φως, μαζέψαμε συμπράγκαλα, αποχαιρετίσαμε αδέλφια, παππούδες και θείους, κι αφήσαμε τις ρόδες του αυτοκινήτου να μετρήσουν τα χιλιόμετρα της επιστροφής.
Ο κάμπος μέχρι και την πόλη της Αλεξανδρούπολης γίνηκε ένα με τον ποταμό, μια λιμνοθάλασσα που σε τρομάζει σα βλέπεις να μπαίνει στα σπίτια που εκκενώθηκαν βάζοντας δύο ρούχα σε μια βαλίτσα, πέντε βιβλία και μια προσευχή στην τσέπη την μέσα τους πανωφοριού, ν’ ακουμπάει με τον χτύπο της καρδιάς, πιο ψηλά να φθάνει, μήπως κι αγγίξει τον Θεό...
Μετρώντας, πότε τις σταγόνες της βροχής και πότε τους αμανέδες του ραδιοφώνου βγήκαμε στην Κομοτηνή.
.
Στέκει ταπεινή, κάτου από τη χιονισμένη οροσειρά της Ροδόπης τούτη την εποχή, προσμένοντας το απογευματινό χτύπημα της καμπάνας να σμίξει με τη φωνή του Μουεζίνη, μετρώντας τα βήματα των ταξιδευτών από την Αγία Πέτρα κι από μεγάλο λιμάνι της Συμβουλεύουσας, καθώς τη βγάζει από τον μεσημεριανό της ύπνο το «αλτ τι ‘συ» των στρατιωτών…
Στέκουμαι στο κάστρο κι ακούω τον θρήνο της Ελένης για το γιό που έχασε από τον ήχο του σπαθιού του Γαζή και της Sabriye που αποχαιρέτησε από τον ίδιο ήχο τον δικό της γιό.
Δάκρυα που σμίγουν ποτίζοντας τις εκτάσεις με τον καπνό και το βαμβάκι που γέρνουν από τον άνεμο και λικνίζονται από το τραγούδι του Λίσσου ποταμού.
.
Έζησα δύο χρόνια εδώ.
Έμαθα να σιγοτραγουδώ μα πιο πολύ ν’ ακούω εκείνο τον ρυθμό τον αργό, τον μεθυστικό της Ανατολής, εκείνης της Ανατολής που δεν έμαθα να μισώ καθώς αγνάντευα, παιδί ακόμα μικρό, το χωριό μας στον απέναντι κάμπο.
Πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, κι όλα είναι εδώ, ζωντανά.
Το χρώμα, το άρωμα, η γεύση, οι άνθρωποι…
.
Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων σε συντρόφευσε στο ταξίδι μου τούτο από την αδερφή του Μεγαλέξανδρου ως τα «Λουτρά των Ψιθύρων» και πίσω…
.
.
Κι είχες το μοτοσακό
στηριγμένο στον τοίχο της αυλής
πάει τώρα η αυλή
πάει ο τοίχος
μόνο οι ροδιές απέμειναν
ίχνη στο τσιμέντο επάνω
να με συνθλίβουν
κάθε που στέκουμαι στην πόρτα
και τ’ αντικρίζω.
.
.
Πριν ξημερώσει κατηφορίζεις
απ’ το κόκκινο του ουρανού φεγγάρι
βαστώντας τα όνειρά μου
απαλά
συντροφευμένα από εσένα
χαμογελαστά
.
κι απ’ το απέναντι παράθυρο
κοιτάζουν τα περασμένα χρόνια
τα λυπημένα
καθώς το παιδί
με χρώματα αχνά ζωγραφίζει
την αίσθηση τους
σε χαρτί λεπτό
φθείροντας έτσι την παλιά τους αίγλη.
Γίνονται οι ευχές σου
δάκρυα βροχής μέσα στη νύχτα
λουλούδια κόκκινα κι αρώματα
υγρά φιλιά πάνω στα στήθη
που σε γυρεύουν…
...........
.
.
.
.
.
.
.
.Γρηγόρης Χαλιακόπουλος«Αγαπώ τη δυσλεξία σου»
Εκδόσεις Αιγέας 2009
Τιμή: 10 €
Διαστάσεις: 14x21
Σελίδες: 153
.
.
Αρώματα από μνήμες και στη μέση το Αιγαίο. Αγάπες, Έρωτες, που ξοδεύτηκαν στου Χρόνου το Παζάρι. Ο Άγγελος, η Ελβίρα, ο Μανούσος, η Αϊσέ και μία χούφτα όνειρα βαπτισμένα στους αφρούς των κυμάτων.
Αθήνα, Χίος, Τσεσμές, ένα τσιγάρο δρόμος η ζωή και οι καρδιές... δυο δάκρυα και κάτι. Τις νύχτες ο θαλασσινός αγέρας φέρνει φωνές, λόγια πρωτάκουστα, και μουσικές απ' τα παλιά. Κι αρχίζουν οι ψυχές να ξεπορτίζουν, αναζητώντας απαντήσεις σε ερωτήματα που κρύβονται στη Λήθη: «Πώς ορίζεται ο απέναντι;» «Στα πόσα μίλια βγαίνουν λαθραίες οι πεθυμιές;» «Πού αρχίζουν άραγε, οι φράχτες με τα σύνορα του Πόθου;»
Είναι περίεργα τα βράδια στο Αιγαίο. Στιγμές στιγμές, μπερδεύεσαι αν σου μιλάνε προτομές ή ζωντανοί. Ακούς ψιθύρους απ' το στόμα του Κοραή, τον πόνο απ' τα χείλη του Αγγουλέ, χαχανητά απ’ του Σουρή τις αιχμηρές διαμαρτυρίες. Κι άλλοτε φθάνουν στ’ αυτιά σου οι λυγμοί της Αϊσέ και το φτερούγισμα των γλάρων που ονειρεύτηκαν ελεύθεροι να ζούνε...
.
.
Ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος γεννήθηκε στα Φιλιατρά το 1958 και είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος. Κατά τα έτη 1994-1995 εξέδιδε την εφημερίδα «Αίσθηση Λόγου και Τέχνης», μέσα από την οποία προβλήθηκαν σπουδαίοι άνθρωποι της Επιστήμης, των Γραμμάτων και των Τεχνών.
Συνεργάστηκε δημοσιογραφικά με τις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής», «Νίκη», «Επενδυτής του Σαββάτου», «Real News» και τα περιοδικά «Ταχυδρόμος», «Επειδή», «Πανόραμα», «Μομέντο», «Homme» και «Εικόνες». Το 1997 πρωτοδημοσίευσε στον τύπο, τα Αρχεία του Δρομοκαΐτειου, της προ και μετά κατοχικής περιόδου, για όλους τους σπουδαίους ανθρώπους που έζησαν μέσα στο Ψυχιατρείο, όπως ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Νικόλαος Δραγούμης και πολλοί άλλοι. Το παραμύθι του «Το Δάκρυ του Μουτζούρη», επιλέχθηκε από το Υπουργείο Παιδείας στον Κατάλογο των Προτεινόμενων Βιβλίων του έτους 2009 για τα Δημοτικά Σχολεία. Έχει γράψει θεατρικά έργα και έμμετρες διασκευές, ενώ αρκετοί συνθέτες έχουν μελοποιήσει στίχους του. Σήμερα, εξακολουθεί να συνεργάζεται με έντυπα του Κέντρου και της Περιφέρειας στο ελεύθερο ρεπορτάζ και αρθρογραφεί με κύρια θεματολογία του την κοινωνία και τον άνθρωπο.
.
.
Παράλληλα ακούμε το τραγούδι «Το βαλς της βροχής» από τη Νίκη Φραγκούλη, σε στίχους του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου και μουσική του Στέφανου Κοντόπουλου.
Δίσκος: Κάθε που βραδιάζει
Πλάι σου κουρνιάζω
νεογέννητος καθώς είμαι
βάζω το χέρι επάνω στην κοιλιά σου
νιώθω τους παλμούς να με διαπερνούν
γίνονται και δικοί μου οι παλμοί
γίνονται και δικοί μου οι λυγμοί
καθώς νυχτώνει
και σκοτεινιάζουν οι γωνιές μες στο σπίτι…
τώρα
πώς να εξηγήσω τη φυγή
που πρέπει απόψε να τελέσω
πώς να σταθώ
κάτω απ’ τα βλέφαρα τα δακρυσμένα
τα δικά σου
και τα δικά μου
πως να σωπάσω τη φωνή
που μου φωνάζει «Μη»;
Πεντακόσια είκοσι χιλιόμετρα για το χωριό κι έπειτα από τα πρώτα, το πολύ, εκατό, ύπνος βαθύς στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, κι ενώ το ραδιόφωνο παίζει τραγούδια των ημερών και κάλαντα από τη Θράκη (στην οποία και πηγαίναμε) ως την Ήπειρο και την Κρήτη, έκανα ήδη τα πρώτα μου ταξίδια στα όνειρα κουρασμένος καθώς ήμουν απ’ το σεργιάνι στις γειτονιές της πόλης.
Ο δρόμος ακόμα παλιός, μέσα από χωριά με εκκλησίες και μιναρέδες, πολύστροφος, όμορφος μα κουραστικός στις πολλές του επαναλήψεις.
Φθάναμε πάντοτε νωρίς το απόγευμα, που πάει να πει, επίσκεψη στα γειτονικά συγγενικά σπίτια για κάλαντα.
Στη μασίνα – έτσι την έλεγαν στο χωριό την ξυλόσομπα – σιγόβραζε φασολάδα με καυτερή πιπεριά και λουκάνικο χειροποίητο με πράσο.
Οι αγκαλιές πιο ζεστές από τη φλόγα της φωτιάς, η γιαγιά με τα κεντίδια της κι ο παππούς στο τάϊσμα των κατσικιών στην αυλή.
Μέρες συνήθως χιονισμένες με παιγνίδι πολύ και τις μύτες να τρέχουν από τον ιδρώτα και το κρύο…
.
.
Πέρασαν χρόνια από την τελευταία φορά.
Τα χιόνια δε φθάνουν συχνά στην αυλή του σπιτιού μα κι αν έρθουν θα ‘ναι για λίγο.
Οι άνθρωποι πήραν σιγά σιγά να φεύγουν.
Τα Χριστούγεννα τα πιο πολλά πια με βρίσκουν στη δουλειά, πότε παραμονή, πότε ανήμερα.
.
Μόνο που τελευταία κάτι αλλάζει.
Κάτι ομορφαίνει την κάθε στιγμή.
.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα λοιπόν, και τα αισθήματα τα πιο όμορφα έχουν ριζώσει επάνω στα στήθη μου και τα χέρια στις φούχτες τους ζεσταίνουν μια καρδιά τρυφερή που κούρνιασε καιρό τώρα μέσα τους.
Κι έχουν τόσα χρώματα όμορφα ντυμένα στο κορμί τους, τόσες νότες χαρούμενες που νιώθω πως άλλα όμοια δεν έζησα.
Κ’ είναι όλα εδώ.
Η αρμύρα της θάλασσας, το γλυκό των ποταμών, του ήλιου το φωτεινό και το σκοτάδι το απαλό μιας νύχτας που άρχισε μόλις να γδύνεται πίσω απ’ τις σκιές των δέντρων στο παράθυρο απ’ έξω και των επίπλων, που πια δε στέκουν σκονισμένα σε κανενός παραμυθιού τις σελίδες.
.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα κι ένα μικρούλι έλκηθρο είναι σταματημένο στη χιονισμένη μου σκεπή περιμένοντας να πετάξει στον ένα του και μοναδικό προορισμό να προσφέρει σκέψεις όμορφες, αγωνίες κι όνειρα.
Κ’ είναι όλα τους εδώ, ντυμένα την στολή τους την αγιοβασιλιάτικη και το πιο όμορφο χαμόγελο τους.
Έχουν και μια τρομπέτα στα χέρια και ξεσηκώνουν κάθε τι μέσα μου.
.
«Σμύρνα, λιβάνι και χρυσό» κάθε τι απόψε σαν ένα χέρι να άγιασε την κάθε στιγμή της μέρας αυτής κι όχι μόνο αυτής…
.
Καλά Χριστούγεννα να έχουμε όλοι!!!
Είναι που κάθε βράδυ
προσκυνώ το ναό της ψυχής σου
κι αποτάσσω από μέσα μου την αμαρτία.
Στην πολιτεία ξημερώνει σιγά σιγά κι εγώ ετοιμάζομαι για τη δουλειά.
Μ’ απόψε λέω να δραπετεύσω, να σηκώσω πανιά και να ‘ρθω να σε βρω.
Αδικαιολογήτως απών θα γράψουν στις αναφορές.
Λιποτάκτης θα γίνω.
Λιποτάκτης για τη δική σου αγάπη.
Πρέπει ο άνεμος να ‘σαι, μέσα σε τοσοδούλα δαχτυλήθρα χώρεσες το δάχτυλο και κέντησες χρυσές κλωστές σε πανί λευκό.
.
Κοιμούμαι ως αργά τα πρωινά.
Στο κομοδίνο πλάι μου έχω μια μικρή σου φωτογραφία, μια καρδιά, αρκουδάκι ξαπλωμένο και κλειδιά ενός σπιτιού που με περιμένει.
Απόγευμα επιστρέφεις, η δουλειά δύσκολη, το ταξίδι μεγάλο.
Στέκουμαι στην είσοδο του σταθμού και σε περιμένω.
Δε θέλω μόνη σου να επιστρέφεις.
Κάποτε όμως δεν το μπορώ, λείπω στη δουλειά.
Η σκέψη μου πάντα εκεί.
Στέκεσαι πλάι στον παππούλη με τα λαχεία.
Το φόρεμα σου εφηβικό, έτσι και η ψυχή σου.
Περιμένεις το λεωφορείο.
Τέσσερεις στάσεις και θα κατέβεις.
Δεν ακούς τις συζητήσεις τριγύρω, από τ’ ακουστικά σου βγαίνει μι’ απαλή μελωδία, σ’ αγκαλιάζει.
Χαμογελάς, σιγοντάρεις τον καλλιτέχνη, κάποτε μελαγχολείς.
Προχωράς χορευτά, μοιάζεις με νεράιδα που γλιστρά στα νερά λίμνης που βούτηξε μέσα της ο απογευματινός ήλιος.
.
Δε σου το πα ποτέ.
Είχες προπορευθεί κάποια στιγμή που κατεβήκαμε στο σταθμό.
Κατάλαβες πως έμεινα πίσω.
Έστρεψες το κεφάλι.
Χαμογέλασες.
Μου ταίριαξες τότε τη μορφή σου μ’ εκείνες των νεραϊδών, και δεν ήταν γι’ αυτό, μα από τότε κάθε που σε κοιτάζω μου μοιάζεις νεράιδα.
.
Έχεις την τσάντα περασμένη στον ώμο.
Κοντοστέκεσαι, για λίγο ψάχνεις τα κλειδιά.
Τα βρίσκεις.
Ξεκλειδώνεις την είσοδο, κλειδώνεις εκ νέου, έπειτα το ίδιο στη φωλιά σου.
Στη φωλιά μας.
Κάτι άνετο φοράς, κάτι απλό και κάθεσαι στο κρεβάτι.
Με παίρνεις στο τηλέφωνο, μα εγώ, έχω όλη τούτη τη σκηνή δει κι ας μας χωρίζουν χιλιόμετρα.
.
Μιλούμε.
Λίγο ή πολύ δεν ξέρω να πω, νιώθω πάντοτε πως είναι λίγο, πολύ λίγο.
Ξαπλώνω και σου γράφω.
Μοιάζουν να μην έχουν τέλος οι λέξεις κι απόψε.
Θα κοιμηθώ και θα χω τυλιγμένο το μαξιλάρι στην αγκαλιά μου.
Έχει το άγγιγμα σου.
Την ανάσα.
Το άρωμα…
Τούτη η βροχή, κυλάει πάνω στα διψασμένα για το φιλί σου χείλη μου.
Νιώθω τις αποστάσεις να μικραίνουν, πιο κοντά να έρχονται οι σκέψεις και τα όνειρά μου εκεί, μαξιλάρι στα δικά σου.
.
Ξυπνάς με μικρά γουργουρητά, βγαίνουν έπειτα χαμογελαστές οι λέξεις, χαρούμενα βλέμματα μου αφήνεις κι εγώ τ’ απορροφώ.
Τοσοδούλι σφουγγαράκι γίνομαι ν’ απορροφώ του κορμιού σου το άρωμα, την κίνηση, την δίψα.
.
Διψούμε και οι δύο.
Ο ένας για τον άλλο.
Ο ένας τη δίψα του άλλου να ξεδιψάσει…
«Είναι ο έρωτας που τριγυρνά
πάνω στα χείλη τα διψασμένα»
μου λες
.
κ’ είναι η χώρα η μακρινή
που γύρεψα κάποτε να ταξιδέψω
που στρώνεται
χαλί παχύ
κάτω απ’ τα πόδια μου τα κουρασμένα…
Φωνάζει τ’ όνομα σου απόψε το φεγγάρι
στα μονοπάτια του τα φωτισμένα
και στις κρυφές του τις στοές.
.
Κι έχουν οι άνθρωποι σωπάσει στους δρόμους
έπαψαν οι κόρνες να μονολογούν το πένθιμο τους παραμύθι
ένα λευκό πουλί μονάχα
σα περιστέρι πουλί
αφήνει κάτου απ’ τα φτερά του
σκόνη χρυσή καθώς πετάει
.
όπως τα λόγια μου
που χαμογελούν
καθώς για εσένα μιλούνε.
στον ποιητή Ανδρέα Καρακόκκινο
.
Στενάζουν τα φεγγάρια πάνου απ’ την Κερύνεια
γλύφουν με δάκρυα μαρμαρωμένα δρόμους
π’ ανασκαλίζουνε τα περασμένα ίχνη μας.
.
Ώρες αυγινές
κατηφορίζουν απ’ τη Γλυκιώτισσα οι μνήμες
παιδιά μικρά
μ’ ένα πιθκιάβλι στα χέρια κάποτε
μ’ ένα κουπί κι ένα πανί φουσκωμένο για το «Νησί».
.
Γυρεύω τις νύχτες τα βήματα μας.
Στο χέρι το σκοινί της καμπάνας να νιώσω
που μονάζει στη σιωπή της.
.
Θεσσαλονίκη 12. XI. 2008
Η μικρή μας πόλη ντύνεται σιγά σιγά τα γιορτινά της κι εμείς, χέρι χέρι πιασμένοι διασχίζουμε την παραλιακή.
Μακεδονία Παλλάς, Λευκός Πύργος, Αριστοτέλους, Λαδάδικα.
Στις βιτρίνες κοιτάζω το πρόσωπο σου.
Ήλιος του Μεσονυχτίου, κι όλα γύρω σου λάμπουν.
Η λάμψη αυτή αγγίζει κι εμένα.
Με ζεσταίνει.
.
Πλησιάζουν Χριστούγεννα…
Κι αλήθεια πώς να μετρήσω την φετινή μου ευτυχία;
.
Επιστρέφουμε αγκαλιασμένοι.
Στο δωμάτιο, εκτός από γλυκά, θα μοιραστούμε αγκαλιές, φιλιά κι όνειρα.
.
Θυμάσαι που βγάζουν όλα τούτα τα μικρά βαρκάκια;
.
Είναι ένα μέρος κρυφό.
Αν κλείσεις τα μάτια την είσοδο του θα δεις, αν τ’ ανοίξεις εκείνο θα χαθεί.
.
Μένουμε με τα μάτια κλειστά.
Αγγίζουμε στα τυφλά ο ένας τον άλλον.
Σκιρτούν αλλιώτικα τα σώματα, οι ψυχές.
.
Κι εκείνο το πολύχρωμο Καρουζέλ πίσω από τα μάτια τα κλειστά μας έχει παιδιά γεμίσει και μουσικές…
Βλέπω τα χέρια σου, τα κεράκια της ζωής μου ένα ένα ν’ ανάβουν, για τούτο έπαψα να κυνηγάω φαντάσματα τις νύχτες.
Έμαθα πια μαζί σου να ξημερώνω, πότε στη σκέψη γερμένος, πότε στο σώμα.
Κατεβαίνω αμέριμνος στα λιμανάκια των ματιών σου έχοντας ένα τραγούδι ανάλαφρο να παίζει στα χείλη.
Μαθαίνω ξανά να μιλώ, να χαμογελώ, να κυλιέμαι στην ευτυχία…
Οι εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ
και ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση
του βιβλίου του με τίτλο:
Πίνοντας κόκκινο κρασί κι ακούγοντας
μέσα από τη μουσική τη φωνή της Γεωργίας Ζώη
να δραματοποιεί κείμενα από το βιβλίο.
Για τον Δημήτρη Βαρβαρήγο και το βιβλίο του
θα μιλήσουν η συγγραφέας Ελένη Στασινού
και η ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας Λυδία Λάβδα
Αποσπάσματα από το βιβλίο
θα διαβάσει η ηθοποιός Γεωργία Ζώη.
Mουσική τρία βιολιά και πιάνο
από το συγκρότημα Grescendo
Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε
στα τηλέφωνα: 210 2693800 - 4
Ό,τι αγαπήσαμε
πίσω έμεινε
στον AΓKYPA Πολυχώρο
Σόλωνος 124 & Eμμ. Mπενάκη,
Αθήνα.
τη Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009, στις 7.00 μ.μ.
.
.
.
Μια ιστορία τρυφερή όμοια με όλες αυτές που χαρίστηκαν στο όνομα της πίστης στον άνθρωπο και στον έρωτα. Για όλους αυτούς που συνάντησαν αισθήσεις αλήθειας.
ιαβάζοντας ο αναγνώστης αυτό το βιβλίο, θα βρει μέσα στις σελίδες του κομμάτια από τη ζωή του, το σώμα του, τον εαυτό του, την ψυχή του, τη σιωπή του την ίδια.
.
από το οπισθόφυλλο
.
Όλα αρχίζουν στη Φλωρεντία, κοντά στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά την απελευθέρωση της Ιταλίας από τους Αυστριακούς.
Δυο νέοι μια αγάπη. Δυο ζωές που γίνονται μία και διεκδικούν ένα κομμάτι στον παράδεισο.
Η Μαρία Ρόζα και ο Σαλιβέρειος, αγωνίζονται να επιβιώσουν ανάμεσα σ ‘ένα εχθρικό περιβάλλον και στην αναστάτωση του έρωτα.
Βυθίζονται στις προσωπικές τους περιπέτειες και ζουν στιγμές ζωής αιώνιας.
Αγάπη χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς διαπραγμάτευση.
Οι οιωνοί της μοίρας όμως είχαν φροντίσει να βιώσουν μ’ ένα τόνο λύπης την πίστη και την περηφάνια μέσα στο τρόμο της ματαιότητας.
Μια απέλπιδα φυγή με τη λαχτάρα κάποιας ευτυχίας σε μια ζωή γεμάτη όμορφα όνειρα.
Μια συγκλονιστική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, από στιγμές πραγματικής ζωής, φαντασίας και πάθους στα όμορφα χρόνια της αθωότητας.
Μια σπαρακτική αφήγηση για τη ζωή την ελευθερία, τον έρωτα, την αγάπη, τα όνειρα και τις ελπίδες των ανθρώπων που τη βίωσαν ως πρωταγωνιστές της.
.
Λίγα λόγια για την πλοκή του έργου
.
Ο δυνατός έρωτας της Μαρίας Ρόζας και του Σαλιβέρειου Μοντανάρη βρίσκει εμπόδιο στον πατέρα της. Η κοινωνική του τάξη του πλούσιου Καλτσέτη απαγορεύει να παντρευτεί η κόρη του έναν κατώτερο της.
Ο έρωτας τους όμως καρπίζει στα σπλάχνα της και για να μην μαρτυρήσει το μυστικό με πρακτικά μέσα μόνη της ρίχνει το μωρό αλλά αιμορραγεί επικίνδυνα. Η Φραντζέσκα, η οικονόμος κρυφά απ’ όλους τη μεταφέρει στο Νοσοκομείο των Αθώων.
Μέρες αργότερα, ο Σαλιβέρειος με τη βοήθεια των φίλων του Βερονέζε και της Σίβυλλα κλέβει την αγαπημένη του και φεύγουν από την Ιταλία. Η ψυχικά άρρωστη μητέρα της Μαρίας Ρόζας για να καθυστερήσει την αναζήτηση τους από τον Καλτσέτη βάζει μέσα στη φόδρα του φορέματός της βαριά ασημικά και πέφτει στα παγωμένα νερά του Άρνο ποταμού και δίνει την ευκαιρία στην κόρη της να φύγει.
Το νέο και δύσκολο ξεκίνημα της ζωής τους αρχίζει στη Ζάκυνθο την εποχή της συνένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα. Ο Σαλιβέρειος νέος και αψύς, βοηθάει τον αγώνα των Ζακυνθινών. Αποκτούν αρκετούς φίλους, αλλά η κλειστή κοινωνία δεν τους αποδέχεται καθώς είναι καθολικοί και ανύπανδροι.
Στην Παναγιά των Αγγέλων, με μια τελετή βαφτίζονται και παντρεύονται. Αποκτούν το πρώτο παιδί τον Γιάννη, τον κατοπινό πειρατή Ντίνο Σαρακηνό. Ένας φθισικός που ερωτεύεται μυστικά τη Μαρία Ρόζα και λίγο πριν πεθάνει τους προσφέρει το σπίτι του. Τα όνειρα τους βρίσκουν εστία να μεγαλώσουν μέσα στα δύσκολα πολιτικά γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ελλάδα.
.
Που αρχίζει το ταξίδι και που τελειώνει η φαντασία;
Που αρχίζει η πραγματικότητα και που το παραμύθι;
Ποιος ορίζει το παιχνίδι και που τελειώνει ζωή;



.
.
.
Παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής με τίτλο "Ολόγραμμα" της Ελένης Νανοπούλου, με την υποστήριξη της "Τεχνόπολις" του Δήμου Αθηναίων.
.
Με έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης, η εκδήλωση επιχειρεί τη δραματοποίηση της ποίησης, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας της δημιουργού να φτάσει ο ποιητικός λόγος στο κοινό, μέσω θεατρικού δρώμενου, κίνησης, εικόνας και μελοποίησης. Σε αυτή τη προσπάθεια η γραφή παίρνει σάρκα, οστά και φωνή, μέσω της θεατρικής ομάδας "3ος όροφος", που αποτελείται από έφηβους, στα χείλη των οποίων οι λέξεις γίνονται πιο οικείες, αποκτούν διάσταση στο χώρο και εικονοποιούν την δράση τους. Τον ποιητικό λόγο δραματοποιεί η σκηνοθέτης Ελένη Γεωργίου, ενώ η μελοποίηση στίχων, τόσο κατά την εισαγωγή, όσο και κατά το θεατρικό δρώμενο ανήκει στο Γιάννη Νανόπουλο.
.
.
Το "Ολόγραμμα" που εκδόθηκε το 2009 από τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ είναι η πρώτη της δημοσιευμένη ποιητική συλλογή, που αποτελεί ένα σώμα, με πέντε ενότητες γραφής. Άλλα ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Ρωγμές.
.
Επικοινωνία: 210 3461589
Τόπος: "Τεχνόπολις", Αίθουσα "Άγγελος Σικελιανός"
Διεύθυνση: Πειραιώς 100, Γκάζι
Ώρα έναρξης: 20:30
.
Είσοδος ελεύθερη
(της Νίκης)
.
Περασμένες μία, από την άλλη άκρη της γραμμής η φωνή σου κυλάει γλυκά μέσα μου.
.
- Συγγνώμη που σε ξυπνάω, έχει τρέξιμο πολύ η νύχτα, αγάπη μου, μa δεν άντεχα να μην σου πω καληνύχτα.
- Ήθελα πολύ να σε ακούσω, καλά έκανες.
- Έχω πολύ κουραστεί.
- Το νιώθω στην φωνή σου.
- Να ξαπλώσω θέλω λίγο.
- Να ξαπλώσεις, Ροδάκινο μου, να ονειρευθείς.
- Θα σ’ ονειρευθώ.
- Κι εγώ θα σ’ ονειρευθώ. Να ξημερώνεις όμορφα, αγάπη μου.
- Έτσι κι εσύ να ξημερώνεις. Σ’ αγαπάω…
- Ως το τέλος της ζωής μου…
.
Κι έπειτα βυθίζομαι σ’ έναν ύπνο γλυκύτερο και πιο γαλήνιο από πριν…
Ολόγραμμα
.
κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου
.
***
.
Γέρμα
.
ΙΙ
.
τα χέρια μας τα χέρια μας
μ’ όλα τα μάνταλα ανοιχτά
κι ερημιές να σβήνουν
κει που οι όρμοι των χειλιών
αγκυροβόλι πιάνουν
.
μικρή – μικρή εγώ στα χέρια σου
μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας
.
***
.
Τα λινά
.
Ι
Πήρε αργά η ώρα
Ο έρωτας εδόθηκε στους ευτυχείς
πλαγιάζουν οι φωνές τα πρόσωπα
διαθέσιμα μέχρι τα κόκκαλα ποτάμια στάζουν φιλιά
ίσαμε το μεδούλι σκίζεται η ψυχή
.
.
ΙΙΙ
ας λεν οι άλλοι
το κρύο τους το κουβαλούν αιώνες
με φόβο πλαγιάζουνε τις αγκαλιές
κι εκείνες ψάχνουν σε παράθυρα
μια κατακόκκινη πανσέληνο
ν’ ακούσει απευθείας
το πως φοβάται ο ύπνος
.
***
.
Εσπερινός
δεν μπορώ να δω
είναι μεγαλείο τούτη η ώρα
του εσπερινού
άναψε ένα λιβάνι πρόσχημα
αμαρτωλό τ’ αηδόνι
που σε φίλησε
.
.
II
θεέ μας
μας έψαχνες
με τον κανόνα και την απαίτηση
εν’ άθροισμα είναι το νερό
απ’ το ελάχιστο και το πολύ μας σώμα
.
δεν κοιμάμαι ποτέ τις μικρές ώρες
κάποτε – κάποτε πλαγιάζω
στην αυτοψία της αγάπης
.
αποδημώ με την απρέπεια
.
.
.
.
Η Ελένη Νανοπούλου γεννήθηκε στο Άργος. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Τμήμα Οπτικής, σπούδασε Σκηνογραφία - Ενδυματολογία στη Σχολή του Λυκ. Σταυράκου, και εργάζεται στο θέατρο το κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην επαγγελματική της διαδρομή έχει συμμετοχές ως Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις.
Το «Ολόγραμμα» που εκδόθηκε το 2009 από τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ είναι η πρώτη της δημοσιευμένη ποιητική συλλογή. Το ‘’Ολόγραμμα’’ είναι ένα σώμα, με πέντε ενότητες γραφής, με στόχο όμως να μπορεί η κάθε μια να σταθεί και μόνη. Από την ποίηση του ‘’Ολογράμματος’’ δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα δημοσιευμένο κάποιο δείγμα γραφής στο διαδίκτυο μήτε σε λογοτεχνικό περιοδικό.
Άλλα ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό Ρωγμές τεύχος 8ο.
Δραστηριοποιείται τα δύο τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο, και διατηρεί τη σελίδα ‘’Σταγόνες από μελάνι’’
http://indianmist.blogspot.com/
Στον αριθμό 7 της οδού Αλκιβιάδου, έζησα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και μόνο για τέσσερα χρόνια.
Στο 7ο Δημοτικό Σχολείο φοίτησα για δύο χρόνια έχοντας ήδη περάσει τα τέσσερα προηγούμενα στο 86ο, με την ολοκλήρωση των σπουδών αυτών βρέθηκα στο 3ο Γυμνάσιο Αμπελοκήπων, το οποίο τελείωσα μένοντας ήδη τα δύο τελευταία σε άλλη γειτονιά.
Έμαθα να προσαρμόζομαι σε νέους τόπους, να γνωρίζω τους ανθρώπους τους, τις συνήθειες.
Ακόμη και σήμερα συχνά μετακομίζω, λόγω δουλειάς πια, όχι όμως από γειτονιά σε γειτονιά αλλά από πόλη σε πόλη.
.
Από τους δασκάλους ξάκρισε δύο η ψυχή μου, την κυρία Ξανθή και τον κύριο Βασίλη, από Κρήτη και Έβρο, στο 86ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης και στο 7ο των Αμπελοκήπων αντίστοιχα.
Μου έμαθαν και οι δύο αριθμητική κι έπειτα μαθηματικά, τα αγάπησα τόσο που έμαθα να σκέφτομαι «μαθηματικά» - μη μου ζητήσετε να το εξηγήσω.
Στο Γυμνάσιο ήρθε η ρήξη, όχι μαζί τους μα με τον μαθηματικό.
Ερωτευμένος εκείνος με το πρόχειρο, άγνωστη για εμένα λέξη και η κατηγορία της αντιγραφής υπήρξε ο εύκολος δρόμος για εκείνον.
Ίσως στα στενά σύνορα του κόσμου του να είχε δίκιο, όμως τόσα χρόνια μετά κι έχω ακόμα την απορία του πως είναι δυνατή η αντιγραφή του αποτελέσματος όταν η άσκηση είναι εκτός βιβλίου κι εσύ βρίσκεσαι στον πίνακα…
Έχασα τον κόσμο μου όλο, τις προσθέσεις μου, τα κλάσματα, του αγνώστους χ και ψ μου, δώδεκα χρονών παιδί ήμουν και μου έπνιγαν την πιο μεγάλη μου αγάπη.
Τα υπόλοιπα χρόνια τα αφιέρωσα στο πείραγμα των συμμαθητών και στα διαλύματα, σκασιαρχεία δεν έκανα μήτε στο Λύκειο.
.
Πολύ αργότερα, παρακολουθώντας κάποιο μάθημα σε αίθουσα του Ιστορικού Αρχαιολογικού τμήματος του ΑΠΘ περιμένοντας την μικρότερη μου ξαδέρφη που σπούδαζε εκεί, κατάλαβα πως εκείνα τα χρόνια, άφησαν πολλές γνώσεις μέσα μου να υπάρχουν.
Ο κύριος Μυλωνάς, του μαθήματος της Ιστορίας, μας είχε μάθει πολλά περισσότερα από κάποιες χρονολογίες κι αν δεν το καταλαβαίναμε τότε, είχε φθάσει η στιγμή για αυτή μου την γνώση, κάποιοι ίσως ποτέ να μην το καταλάβουν.
Η θεολόγος, η κυρία Ναξάκη, ήταν η αδυναμία μου κι εγώ η δική της άλλωστε, κι ας με αδίκησε που δεν είχα αποστηθίσει τα βιβλία την Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χτύπημα της βέρας του παράμεσου του δεξιού χεριού στο κάγκελο της σκάλας, ήχος που μας γνωστοποιούσε πως έπρεπε να βιαστούμε ώστε να καταλάβουμε τις θέσεις μας για την έναρξη του μαθήματος, κι ακόμα την παλαιά εκείνη κουδούνα με μορφή καμπάνας που κάποιες φορές σήμαινε με εκείνη την έναρξη του διαλύματος.
.
Μια βροχερή μέρα του περασμένου χειμώνα, θαρρώ πως την είδα να παλαντζάρει τα βήματα και τα μικροσκοπικά της γυαλιά προσπαθώντας να διασχίσει την οδό Τσιμισκή, δεν μπόρεσα να την πλησιάσω.
.
Θυμούμαι την καθηγήτρια των Γαλλικών, την κυρία Μηλλά, τους γυμναστές κυρίους Ντασκαγιάννη και Καμτσίκη.
Τον κύριο Πολιτίδη με το όμορφο γενάκι του.
.
Στην στρατιωτική παρέλαση της 25ης Μαρτίου στα 2001 στην πόλη της Κομοτηνής, συνάντησα τον κύριο Αθανασίου, μαθηματικός στα δύο τελευταία χρόνια, μόνο που η σχέση μου με το αντικείμενο διδασκαλίας του είχε πάψει να υφίσταται από καιρό.
.
Με την γεωγραφία τα πήγαινα σχετικά καλά.
Κυρία Καλπαχίδου, συγχωρέστε με που πια δε θυμούμαι τα ποτάμια, τα βουνά και τις θάλασσες, ταξίδεψα όμως στα περισσότερα από αυτά, κι αν και πάλι αδυνατώ να θυμηθώ τα ονόματα τους είναι γιατί έμαθε η ψυχή μου να φυλά την εικόνα τους, το αλάφιασμα των αισθήσεων στα στήθη, την γεύση, το άρωμα τους.
.
Για τούτη την διαδικασία της ψυχής μου, να κρατά δηλαδή εκείνα που την βοηθούνε να νιώθει πιο γεμάτη, μέρος ευθύνης φέρει η φιλόλογος μου, η κυρία Παρασκευή Τσιάκκα.
Με τα τότε μου μάτια θα έλεγα πως ήταν αυστηρή, με τα σημερινά μου όμως πως ήθελε κάτι να μας μάθει διαφορετικό από τα γραμμένα στα μεγάλα μας βιβλία.
Έμεινα άφωνος στην απάντηση του ερωτήματος που της απύφθηνα κάποια στιγμή για το αν πρέπει να αναλύουμε την ποίηση, ήταν ένα μεγαλόπρεπο Όχι που αποκωδικοποίησα χρόνια μετά.
Ίσως και λάθος να κάνω όμως όταν κάποιος μου λέει «εγώ, την ποίηση δεν την καταλαβαίνω» του απαντώ πως την ποίηση την αφήνεις μόνη της και λειτουργεί, φυλάς καλά ότι εκείνη σου αφήσει στο τέλος, μιαν εικόνα, ένα χρώμα, μια γεύση, μιαν αίσθηση αλλιώτικη από πριν, και κάθε φορά που θα επιλέγεις να πορευθείς με την ίδια ποίηση θα σε βγάζει κάπου αλλού.
Με τον τρόπο της, ομολογώ πως παρόμοιο δεν συνάντησα πουθενά από τότε, μου έδειξε τον δρόμο του γραψίματος, σα παιγνίδι ήταν, πως όμως να ονομάσεις παιγνίδι το σκάψιμο των λέξεων στην ψυχή;
.
Τις μέρες τις αποχαιρετιστήριες στη Σάμο, πέρασα το κατώφλι του Ιστορικού της Αρχείου όπου βιοπορίζονται ορισμένα μέλη της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού του νησιού, του «Απόπλους».
Καθηγητής στο επάγγελμα ένας εξ αυτών και στην δυσφορία που ένιωσα καθώς με προσφωνούσε ποιητή, μου είπε «αν έχεις κάνει κάποιον να κλάψει με κάτι που έχεις γράψει τότε είσαι» την παραπάνω φράση του συνόδευσε με μια ιστορία.
«Νεοδιορισμένος καθηγητής στη Σάμο και είχα την τιμή να συνυπηρετώ με έναν μεγάλο άνθρωπο της εκπαίδευση του νησιού.
Σε μια μας συζήτηση και αντιλαμβανόμενος το όνειρο που είχα, μου είπε πως την παιδεία δεν μπορεί κανείς μας να την σώσει, σε έναν και μόνο άνθρωπο να δείξουμε τον δρόμο που πραγματικά θέλει να ακολουθήσει τότε έχουμε εκπληρώσει τον προορισμό μας.
Τώρα, τόσα χρόνια μετά καταλαβαίνω τι ήθελε να μου πει εκείνος ο άνθρωπος και πόσο δίκιο είχε τελικά.»
.
Και τούτο, παρότι καθηγητής δεν έγινα ποτέ, το πιστεύω.
Νιώθω λοιπόν, πως οι άνθρωποι που γνώρισα τότε ανήκουν σε τούτη την κατηγορία.
Αγόγγυστα από το δικό του μετερίζι ο καθένας προσέφερε εκείνα που τόσο καλά γνώριζε.
Το πόσα οφείλω σε όλους αυτούς ίσως ποτέ να μην το μάθω, σε όσους ανέφερα και στους ελάχιστους, δυστυχώς, του Λυκείου.
.
Μέσα από τούτο το «άψυχο» μέσο γνώρισα τον Νικηφόρο Τ.
Φίλο τον νιώθω πια κι ας είναι μεγάλα τα χρονικά διαστήματα που δε βρισκόμαστε.
Καθηγητής Γαλλικών σε εκείνο το Γυμνάσιο και με παρότρυνε πριν την παρουσίαση του Ήχου Πλάγιου εδώ, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, να πραγματοποιήσω μια επίσκεψη στο παλιό μου σχολείο.
Η χαρά μου είναι μεγάλη που βρήκα τους περισσότερους από εκείνους τους Ανθρώπους συγκεντρωμένους ακόμα εκεί, γεμάτοι χαμόγελα και αγάπη, δείγμα καθαρών ψυχών και τα δυο τους.
.
Είναι από τότε που ήθελα να γράψω κάτι για όλους αυτούς και δεν ήξερα τι, σήμερα απλά βοήθησε η μέρα, σήμερα το μυαλό είχε ανέβει στην χρονομηχανή του κι επέστρεψε.
.
Σας ευχαριστώ όλους σας για όσα μου δώσατε.
Μόνο που τώρα, μονάζω στον δικό σου έρωτα
χρόνο δεν επιτρέπω να χαθεί σε πράγματα άλλα
κι όταν νυχτώνει, λιτανεύω το φιλί σου.
Απόψε ακούω μόνο τη φωνή σου
πως τραγουδάει κάτου απ’ το κόκκινο φεγγάρι
πως ψιθυρίζει λόγια μυστικά
πως νανουρίζει στη μεγάλη θάλασσα όσα ζήσαμε.
.
Κ’ ήταν
τα χέρια τα δικά μου που βαστούσαν
ένα ποτήρι με κρασί στα χείλη σου να φέρουν
κ’ ήταν
τα χέρια τα δικά σου που βαστούσαν
ένα ποτήρι με κρασί στα χείλη μου να φέρουν.
.
Μεταλαμβάνοντας τον έρωτα
μεταλαμβάνοντας το ρίγος ενός ξυπνήματος πρωινού
ενός αγγίγματος
ενός φιλιού.
.
Μ’ απόψε
πίσω επιστρέφουν όσα ήρθαν
για να ‘ρθουν πάλι
καιρό μετά
ντυμένα το μεταξωτό τους ρούχο
που δύο σταγόνες βρόχινες θα το μουσκέψουν…
Παρασκευή είναι, περιμένω το λεωφορείο της γραμμής.
Γιατί άραγε πάντα αργεί όταν το περιμένω;
.
Έχω τόσον καιρό να σε δω, νιώθω πως ξεχνώ το πρόσωπο σου.
Τα βράδια όμως επιστρέφεις, τρυπώνεις στα όνειρά μου.
Σιωπάς.
Ξαπλώνεις στο σχήμα του κορμιού μου.
Γινόμαστε ένα.
Τα δάχτυλα μας τυλίγονται, παίρνουν ένα πινέλο, ζωγραφίζουν όνειρα, της καρδιάς μας το χτύπημα το φθινοπωρινό..
.
Το ρεύμα σου με διαπερνά.
Δεν προσπαθώ από κάτι να σωθώ για τούτο αφήνομαι.
.
Έχω τριαντάφυλλα αγοράσει, κόκκινο, κήπος να μοιάζει το σπίτι μας.
Δύο αστέρια αν είχα θα έμοιαζε ουρανός το ταβάνι..
.
Θ’ ανοίξω το κρασί σε λίγο.
Τα κεριά θα ανάψω για να ‘ρθεις…
Θέλω
τα γόνατα σου να φιλήσω
γιατί γονατιστός
τραβάει κανείς στον έρωτα
κ’ υποκλίνεται.
Τα βράδια κατηφορίζω ξυπόλυτος δρόμους πλατιούς
δείχνουν να χωρούν μέσα τους υποσχέσεις περασμένες
μένουν όμως έξω από αυτούς
κι άλλες φορές, ταξιδεύω
έχοντας τα μάτια της ψυχής πάντοτε ανοιχτά…
.
Είναι μακρινά τα ταξίδια
κανείς επιβάτης δε θα πει που κατέβηκα
γιατί απλά όλοι ξεχνούμε
θυμούμαστε το φθινόπωρο, το χειμώνα
μα τίποτε έξω από αυτό
το χιόνι, τη βροχή
όχι το πότε και το που.
.
Κ’ είναι πάλι αργά τις νύχτες
που αντικρίζω τα χνάρια μου πάνω στο χιόνι
εκεί που τα σύγνεφα αφουγκράζονται τον ήμερο ύπνο
κι χρόνος το απέραντο σιωπηλό λευκό.
Είμαι ένα είδωλο στην άκρη του καθρέφτη.
Χρόνια τώρα
περνάω ήσυχα τις τάξεις
δεν καταλαβαίνουν πως θορυβώ
πως τρύπες ανοίγω στους τοίχους για καρφιά
που θα σηκώσουν μια μέρα τον κόσμο.
Φοράω στοργικά τα παπούτσια μου
λασπώνω μαυροπίνακες
κουβέρτες ντυμένες με ημερομηνίες
καπέλα μεταλλικά.
Ακουμπώ τρυφερά στην ντουλάπα την καρδιά μου
καρδιοχτυπά ο σκόρος πλάι της καθώς αλλάζει.
Λέξεις ευλαβικές παραθέτω στα γράμματα
μα εκείνα δεν έχουν παραλήπτη κανέναν
ή έστω δε βρίσκεται κάποιος να τα παραλάβει.
.
Έτσι είναι.
Κάποτε θα με συλλάβουν
θα είναι παράνομη η λύπη
και διωκόμενοι οι λυπημένοι.
.
Έχω φυλαγμένα τα παιδικά παραμύθια
έχουν όλα τους αίσιο τέλος
κι εγώ, κρατημένο εκείνο το σπαθί στα χέρια το ματωμένο
από την καρδιά του δράκου.
.
Θα βραδιάσει νωρίς κι απόψε.
Θα ξεθωριάσει το είδωλο πάνω στον καθρέφτη.
Χρόνια τώρα βαδίζω σιωπηλός στα σκοτάδια
έχοντας εκείνο το βρόχινο δαχτυλίδι κάτω από το μαξιλάρι.
Για τούτο
έχω από καιρό ξεχάσει να κοιμάμαι…
Το γλυκό στο βάζο έχει τελειώσει
το παιδί επίμονα μου ζητάει λίγο κυδώνι.
Τ’ αφήνω να παίζει στο σαλόνι μ’ ένα τρενάκι ξύλινο
πετάγομαι στο μπακάλικο της γειτονιάς
γλυκό κυδώνι μ’ αμύγδαλο λευκό.
Δε θέλω, μου λέει, δεν είναι σπιτικό.
.
Κι αργά τα βράδια με παίρνουν τα δάκρυα
ο καθρέφτης στο μπάνιο φανερώνει το πρόσωπο μου.
Δεν θυμούμαι τούτα τα μάτια πια.
Τούτα τα χείλη…
.
Στο πάνω διαμέρισμα μένει κάποιος άγνωστος
στο κάτω, άλλος ένας.
Μιαν εποχή παλιά γνωριζόμασταν οι γειτόνοι
έχουμε κλειστά πατζούρια τώρα και κουρτίνες τραβηγμένες.
.
Το ημερολόγιο δείχνει Φθινόπωρο
δε γνωρίζει το παιδί ποια μέρα είναι το Φθινόπωρο
ρωτάει
κι όπως βρέχει έξω, βρέχει στα μάτια του.
.
Κι αργά τα βράδια η ίδια σκέψη τριγυρίζει στο μυαλό
η ίδια καταιγίδα πάντα στα μάτια…
.
.
.
.
Ο τίτλος, μιας φίλης. Κλεμμένος.
Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο, λες, στα όνειρα σου.
Γέρνω ανάμεσα σ’ εκείνον και σε σένα.
Γέρνω ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ όσα θυμάσαι.
.
Έχω χάσει το χαμόγελο μου.
.
Με συναντώ τα πρωινά του Σαββάτου στην λαϊκή
παιδί μικρό μ’ ένα ποδήλατο που έχουν ξεφουσκώσει τα λάστιχα του.
Μισό το παιγνίδι
και μισώ τις άδειες απο εκείνο σελίδες των καλοκαιρινών ημερολογίων.
.
Μαθαίνω ξανά την αλφαβήτα
προσπαθώ να κατανοήσω πώς γίνεται
εικοσιτέσσερα γράμματα να με κλείνουν σ’ εν’ άδειο δωμάτιο
να συνθέτουν λέξεις κλειδιά
όπως «Μοναξιά»
που ανοίγουν για να μπεις
αφήνοντας κλειδωμένη την έξοδο.
.
Παιδί μικρό είμαι
με μια σάκα ριγμένη στον ώμο
δεν έμαθα ακόμα
πόσο δύσκολο είναι να ξεστομίσεις κάποιες λέξεις
πώς δύσκολο είναι να ακούσεις κάποιες άλλες.
.
Κοιμούμαι, κι έχω έναν πόνο στα όνειρα μου.
Έχω χάσει το χαμόγελο, τις φωτογραφίες που χαμογελώ
τα παιδικά μου παιγνίδια τα έχω χαρίσει.
.
Κοιμάσαι, κι έχεις έναν πόνο λες στα όνειρα σου.
.
Ήθελα να ‘μαι ένα παιδί στα ανοιχτά σου χέρια μα
δε θυμούμαι πια πώς να κάνω κάτι τέτοιο.
Στον άνεμο αφήνω λόγια που χορεύουν
.
πότε όστρια, πότε σιρόκος
ζαλίζουν τα σημεία στίξης και τ’ αφήνουν
στα πόδια προτάσεων παλιών
που ξέμαθαν πια να περπατάνε
.
στα υγρά του φθινοπώρου μάτια μου
να πάρουν μουσική οι λέξεις
από εκείνον τον ήχο τον παράξενο
του βιολιού μέσα απ’ το κύμα
.
πριν βρουν στην αγκαλιά σου απάγκιο.
Κίτρινα τα χέρια μου από τον πηλό.
.
Ολημερίς χτένιζα τα μαλλιά σου γυναίκα
με τα δάχτυλα τα πληγιασμένα
και μου ‘γινες στο τέλος της
μιαν άψυχη μορφή
πάνω σε βάθρο πέτρινο
γυμνή
να σε ορέγονται μάτια αδιάκριτα
κι εγώ
να λυσσομανώ στην ψυχή μου
για τον έρωτα
που δε πρόλαβα να σου κάνω απόψε
κάτω απ’ το φεγγάρι…
Είναι Σάββατο κι έχει χαράξει από ώρα.
Τελευταία ξημερώνει Φθινόπωρο.
Σε μια παράτολμη τελευταία του προσπάθεια το ημερολόγιο δείχνει ακόμη καλοκαίρι.
.
Το κρεβάτι μου άδειο και σιωπηλό.
Στρωμένο ακόμα με τις τσακίσεις στα σεντόνια του και τις μαξιλαροθήκες.
Κοιτάζω τ’ αστέρια κάθε που νυχτώνει κι αφήνω το παράθυρο στην ανάκληση.
Τα λόγια της βροχής αφήνουν ένα γλυκό νανούρισμα στην ψυχή μου.
Δεν κοιμούμαι.
Μια προσευχή κάνω.
Δικά μου τα λόγια, τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις.
Ο Θεός όλων μας.
.
Νύχτες όπως τούτη που πέρασε με φθείρουν.
Σκορπίζουν στάχτη στις άκρες της ψυχής μου κι αυτήν στις τέσσερις άκρες του κόσμου.
Τρέμω ακόμα.
.
Αν ήταν να φυλάξω κάτι απ’ όλο αυτό θα ήταν η προσευχή.
Ναι, είναι παράξενη η εποχή, κουρασμένη.
Στέκουν μέσα στον καθρέφτη μας οι ζητιάνοι.
Έχουν τα μάτια και τα χέρια μας, νυχτώνουμε το ίδιο, με τις ίδιες πυτζάμες κοιμόμαστε, με τα ίδια παραμύθια.
.
«Ήταν, λέει, κάποτε ένας βασιλιάς…», και πέρασαν από την ζωή μας βασιλιάδες πολλοί.
Αποδείχτηκαν όλοι τους ιπποκόμοι.
.
Κάποιο άλλο μιλούσε για ένα σύγνεφο μικρό που έφερνε βροχή απ’ όπου περνούσε, δε θυμούμαι ακριβώς την ιστορία, για την ακρίβεια δε θυμούμαι καθόλου την ιστορία μου έρχεται απλά η εικόνα κάθε που βρέχει και με σαρώνει το άγγιγμα της.
.
Είναι παράξενη η εποχή.
Έχω κρυμμένες σημειώσεις στις σελίδες των βιβλίων.
Μην τις ψάξεις τούτη τη στιγμή, είναι πιο όμορφο να βρίσκεις κάποια πράγματα τυχαία.
.
Τώρα που είπα τυχαία.
Βρήκα στο μπαούλο που έφερα από τον πόλεμο ένα αδιάβροχο.
Παλιό, υφασμάτινο.
Μπορεί να ‘ναι και του πενήντα.
Θυμούμαι πως το φόρεσα κάποια φορά και βγήκα έξω.
Τριώδιο, στο κλείσιμο του και η ψυχή μου το ίδιο ρούχο ακόμα φοράει.
Εκείνο το παλιό αδιάβροχο.
.
Σεπτέμβρης είναι κι εκείνο υφασμάτινο όπως είπα, και πόση βροχή να αντέξει…
Μισό Φθινόπωρο, μισό Καλοκαίρι τούτος ο Σεπτέμβρης.
Σ’ ένα λεωφορείο επί της Εγνατίας με ξεσκίζει με κάθε του σταγόνα στο αναποφάσιστο παράθυρό που άλλοτε τις συγκρατεί κι άλλοτε τις ξορκίζει.
Λαθρεπιβάτης της ψυχής μου τούτο το βράδυ ο θείος Dylan, με την αμερικάνικη προφορά του, μια φυσαρμόνικα και μια κιθάρα γι’ αποσκευές.
Μιλάει βαθιά στα ακουστικά μου όργανα και νιώθω το σύγνεφο στα μάτια να μην παίρνει μακριά την βροχή του.
.
Τετάρτη βράδυ κι η ψυχή μου κάπου αλλού από εκεί που τα βήματα αφήνω φθάνει.
Τετάρτη βράδυ είναι και περπατώ στις σκιές.
.
Έι, Mr. Tambourine Man, πες μου ποιο τραγούδι θα παίξεις απόψε για εμένα;
Χαράματα είναι κι έχω χαθεί στα κύματα των μαλλιών σου.
Τούτη η θάλασσα η πρωινή μ’ έχει τυλίξει.
Έξω απ’ αυτή πέφτει μια βροχή παγωμένη, μέσα της, δύο χέρια ζεστά μ’ αγκαλιάζουν.
Αφήνομαι, κι έχω μάτια κλειστά.
Αφήνομαι, κι όλα τριγύρω μοιάζουν με παραμύθι θαλασσινό.
.
.
.
Βυθίζομαι ολοένα στα βαθιά νερά.
Μια γοργόνα μ’ ένα κλεφτοφάναρο πλησιάζει και με παίρνει από το χέρι.
Πια δεν είναι σκοτάδι τριγύρω.
.
Μπαίνουμε στην αυλή κάποιου μεγάλου σπιτιού.
Πρέπει να είναι το δικό της.
Το τραπέζι είναι στρωμένο.
- Κάθισε μου λέει.
Από ευγένεια της ζητώ πρώτη εκείνη να καθίσει.
- Σε περίμενα, συνέχισε την κουβέντα της, κι όλα ετούτα για εσένα από καιρό τα ετοίμαζα.
Της έβαλα ένα μετάξινο μαντίλι στον λαιμό.
Άπλωσα τους λίγους αστερίες που μάζεψα όσο στεκόμουν μόνος στο δωμάτιο.
Εκείνοι, σαν την είδαν με μιας χαμογέλασαν.
Φώτισε το δωμάτιο.
Χαμογέλασε εκείνη, φώτισε η ψυχή της.
Η δική μου ακολούθησε το φως που είχε απέναντι της.
Δε θέλησα να μιλήσω.
Με το μελάνι μιας σουπιάς έγραψα κάτι πάνω στον βράχο.
.
«Τη θάλασσα την πιο μεγάλη την βλέπω μέσα στα μάτια σου»
.
Άφησε το βλέμμα το παραξενεμένο στα μάτια μου.
- Όταν έχουμε το βλέμμα ενός ανθρώπου ιδιαίτερου απέναντι στο δικό μας άλλο δε μένει να κάνουμε από το να ταξιδέψουμε εντός του.
Κι εμένα μου αρέσουν τα ταξίδια τα θαλασσινά.
Για τούτο είναι θάλασσες στην ψυχή μου τα μάτια σου.
.
Χαμογέλασε ξανά.
Ντράπηκαν τ’ αστέρια τα θαλασσινά για το ελάχιστό τους φως που χάθηκε στη λάμψη που φανέρωσαν τα χείλη της.
.
Ένα στρείδι μεγάλο άνοιξε την αγκαλιά του κι εμείς, αγκαλιασμένοι χωθήκαμε εκεί μέσα…
.
.
.
Βυθίζομαι ολοένα μέσα σου.
Κι έξω πιθανό πάλι να βρέξει.
.
Ας ήταν τουλάχιστον στην βροχή να άφηνα δύο λέξεις γραμμένες σε λευκό πανί και να ‘ξερα πως το καράβι θα βγάλει στην αγκαλιά σου…
Γυναίκα της φωτιάς
που λίκνισες τούτο το κορμί το αληθινό
στα ξύλινα στηρίγματα της νύχτας
και φώτισε η πλάση
.
γυναίκα της φωτιάς
που άπλωσες τα χέρια
πόθους να συδαυλίσεις πυρωμένους στα στήθη
και ράγισες στα δύο την πέτρα που πατώ.
.
Γυναίκα
που λίμνασες πάνω στα χείλη το φιλί
κι έπειτα το ταξίδεψες στο σώμα
νύχτα και μέρα κάνοντας ένα
μπερδεύοντας τη λογική με το παράλογο
πάνω στα σεντόνια της ψυχής μου.
Kοιτάζω τα φεγγάρια στα μάτια σου
γυναίκα καλοκαιρινή
πως σμίγουν το πριν με το μετά
το σήμερα με το αύριο πως κάνουν ένα
.
κοιτάζω τα λιμάνια
όχι που πίσω τους άφησαν τα χρόνια
μα εκείνα που θα ταξιδέψουν
τα χέρια και τα μάτια που θ’ αγγίξουν
τους καβοδέτες τους αρμυρισμένους
.
γυναίκα θαλασσινή
που χάραξες με διαβήτη την πορεία
κι ανοίγεται το καράβι στα πελάγη.
Αγκαλιάζω τα δειλινά
που κρύβουν εντός τους το βάδισμα σου
.
γυναίκα πανσέληνη
κάποιου φεγγαριού ψιθύρισμα στις καλαμιές τις λίμνης
το χαμόγελο σου
.
γυναίκα των νερών που τραγουδούν
και των βημάτων που σπαρταρούν ανάμεσα στα κύματα
πριν τρέξουν να μπερδευτούν σε μια αγκαλιά
.
αγκαλιάζω τα μάτια τα γιορτινά
αγκαλιάζω τη σιωπή και τη φωνή τους
.
γυναίκα πανσέληνη
το χρώμα που τύλιξες το τελευταίο του ήλιου
κι έφτιαξες ρούχο βραδινό να το φορέσεις
σ’ ένα περίπατο καλοκαιριού
στην αγκαλιά μου.
Αγάπησε με απόψε, δίχως υπόσχεση καμία στα χείλη, δίχως λέξεις, δίχως επιθυμίες, μ’ εκείνο μονάχα το χάδι των μικρών παιδιών όταν ξυπνούν χαρούμενα την ώρα που μοιράζει χρώματα ο Θεός στη μέρα και τρέχουν στο κρεβάτι να κουρνιάσουν πλάι ή ανάμεσα μας…
.
Αγάπησε με απόψε, με την φρεσκάδα του ανέμου στα ψηλά βουνά, με την γλυκάδα της βροχής της απαλής στο πρόσωπο, στις μέρες του καλοκαιριού…
.
Αγάπησε με απόψε, κι ένα καράβι θα σου πλέξω με κογχύλια του βυθού να σε ξανοίξω στα πελάγη…
.
Αφού κι απόψε μ’ αγαπάς, με τούτο το φεγγάρι, το σχεδόν πανσέληνο θα σου φωτίσω μονοπάτια μικρά, παραδομένα στην αγάπη του δάσους να περάσεις και στων πηγών το δροσερό νερό του στήθους σου να γαληνέψεις την φωτιά.
.
Κι εκεί, έτσι αναπάντεχα θαρρείς, πάνω σε τούτο το κορμί το αληθινό, τα μάτια μου θα ιδρώνουν καθώς τα δάχτυλα σμιλεύοντας το θα χορεύουν, πότε σε λάβα πότε σε βροχή.
.
Αφού κι απόψε μ’ αγαπάς, θα μετοικίσω στα άκρα το πιο ερεθισμένα, που ταξιδεύουν τις αισθήσεις στο όνειρο κάθε φορά…
Υπάρχει ένα πλοίο, δένει σε λιμάνι μικρό.
Ξεκινά μονάχα για ένα ταξίδι.
Ταξίδι που υποσχέθηκαν δύο να κάνουν μα μονάχα ο ένας έφθασε μέχρι εκεί.
.
Τα σπίτια χαμηλά, όμορφα, γαλήνια.
Τα μάτια κενά και μετέωρα πάνω από τις σκεπές τους.
Δεν έχουν που να κοιτάξουν.
Φεύγει πίσω το πλοίο.
.
Στο λιμάνι κάποιοι ψαρεύουν αμέριμνα, όπως σε κάθε λιμάνι.
.
Θυμούμαι πως κάποτε αγκίστρωσα το δάχτυλό μου, παιδί ήμουν.
Πιο πολύ με πονά που ακόμα δεν έμαθα…
.
Αγκιστρώνονται κάποτε κ’ οι ψυχές μας, όπως άλλοτε τα βήματα ή τα λόγια μας.
Έτσι δεν είναι;
Και πάντοτε πονάμε…
Βγήκε ένα χάρτινο φεγγάρι στον ουρανό
απλώσαμε μπουγάδα
ασπρόρουχα η ψυχή μας στην αγκαλιά του.
.
Τόσες σιωπές περάσαμε
μ’ ασκήσεις μοναστικές
για να ‘χουμε το χαμόγελο στα χείλη.
Βαδίζαμε δίχως λέξεις ανάμεσα στα χείλη, τα δάχτυλα μονάχα δεμένα των χεριών π’ ανάμεσα τους δρασκελούσαν μικρές, αθώες ακόμα, σταγόνες ιδρώτα.
Μετρούσαμε την αγωνία στου στήθους το ρίγος.
Την ταραχή πάνω στα δάχτυλα.
Τον έρωτα στις αισθήσεις.
Εκείνον τον τελευταίο, πήραμε οδηγό.
Εκείνον τον τελευταίο ήταν που ποθούσαμε απ’ όλα πιο πολύ.
Ήταν εκείνος πάλι που μας έβγαλε στην όχθη την αντίπερα.
.
Αφήσαμε ίχνη στην άμμο την νοτισμένη.
Καλούπια σωμάτων πάνω στα ίχνη.
Όνειρα πάνω στα σώματα…
Κοίταξες πως ταξιδεύουν τα φύλλα στο νερό;
Βαρκάκια μοιάζουν, μ’ ανοιχτά τα μικρά τους πανιά, που ταξιδεύουν.
.
.
Χτύπα το νερό να κυματίσει
κι όνειρο η νύχτα θα χαρίσει
στρώσε στρώμα στο φεγγάρι
να φωτίσει σα φανάρι
.
.
Χορεύουν στις αχτίδες ανάμεσα του φεγγαριού απόψε, καθώς εκείνο ξάπλωσε στον παχύ του ουρανό…
.
.
Στήσανε χορό τα ξωτικά
δώσαν στα παιδιά γλυκά
ξεχασθήκαν στην γλυκάδα
βγήκ’ η νύχτα για βαρκάδα
.
.
Μοιάζει παιδικού να είναι τραγουδιού η κίνησή τους…
.
.
Ζάρι παίρνει, ζάρι ρίχνει
και η νύχτα κάτι δείχνει
κάποιος τραγουδά στο δάσος
κι ο τενόρος είναι μπάσος
.
.
…κι εκείνο το τραγούδι φωνή βραχνή τ’ αφήνει ν’ ακουσθεί…
.
.
Άραγε πώς να τραγουδά τους πόθους της η πλάση;
Κοιμήσου εσύ, κι εκεί που δεν τα καταφέρνεις για εσένα εγώ θα ονειρευθώ…
Θα ρίξω στο γιαλό καράβια ξύλινα να φθάσουν στην ποδιά σου, να ξεκουράσουν τα πανιά τους στο χρώμα το λευκό της.
Κι έτσι πως θα κινούν για τ’ ανοιχτά ‘πο το χέρι θα σ’ αρπάξουν.
.
Κοιμήσου εσύ, κι έχω ένα όνειρο κρυμμένο στο μαξιλάρι σου 'πό κάτου.
Σα βάλεις το χέρι το κεφάλι ν' ακουμπήσεις θα το νιώσεις.
.
Κοιμήσου εσύ.
Κι έχω στις θάλασσες μιλήσει για να τραγουδούν.
.
Κοιμήσου εσύ.
Κι έχω στους ανέμους μιλήσει να γλυκάνουν το πέρασμα τους.
Στ’ αστέρια, ν’ απαλύνουν το σκοτάδι της νυχτιάς, κι εκείνης, να μη μιλεί, μόνο τη θάλασσα να συντροφεύει στο τραγούδι της…
.
Κοιμήσου εσύ, να γύρω κι εγώ στα γόνατα σου ν’ αποκοιμηθώ…
Δύο κουβέντες στο τηλέφωνο για καληνύχτα.
Η κούραση μας έχει τρυπήσει τα μηνίγγια.
Πόσο θ’ αντέξουμε ακόμα;
Η ανάγκη μας λέει πολύ, η επιθυμία περισσότερο, η πραγματικότητα θα δείξει…
.
Απόψε, λέω να φθάσω ως τα αστέρια, λίγη από τα σκόνη τους να ρίξω να χρυσίσω τα χείλη σου, ονειρεύθηκα κάποτε βλέπεις να γίνω Μίδας.
Ευτυχώς που δεν έγινα…
Έτσι μπορώ να σε ξεκουράζω στιγμιαία έστω από την άκρη ενός τηλεφώνου.
Να σου βάζω στο πλάι τα μαλλιά να φαίνεται το πρόσωπο σου.
Να σε φιλώ, και να έχω την ευτυχία πως δεν θα σε χάσω…
.
Απόψε λέω να σου πλέξω έναν ουρανό.
Θα ‘χει εκείνα τα φώτα τα νυχτερινά του αναμμένα.
Δρομολόγια ριμέικ πάνω απ’ την ψυχή μας θα διαγράφουν αστέρια μικρά με ρίμελ στις βλεφαρίδες κι άρωμα απαλό στο κορμί τους...
Θα ευωδιάσει η νύχτα, θα το δεις…
- Έχουμε και κήπο στη ταράτσα!!!
- Δε θέλουμε να δούμε την πόλη…
- Τι να σας φέρω τότε;
- Έναν φυσικό πορτοκάλι και μια Kaiser σας παρακαλώ.
Έτοιμα, είπε, κι απομακρύνθηκε βιαστικά και χαμογελαστά.
.
- Έρχεσαι συχνά εδώ;
- Καθώς μπαίνει η Άνοιξη και μέχρι το Φθινόπωρο.
- Όμορφα είναι!
- Πράγματι!
.
- Μου αρέσει να περπατάμε μαζί…
- Θα ήταν άδεια η πόλη δίχως εσένα…
- Θέλω στη αγκαλιά μου να σ’ έχω.
- Μα δεν έχεις μάθει ν’ αγκαλιάζεις.
- Να με μάθεις θέλω, και ν’ ανασαίνω πάλι βαθιά να με μάθεις…
- Θα σε μάθω…
.
- Πρέπει τώρα να φύγω…
- Άρχισε να αδειάζει η πόλη…
- Θα ξανάρθω.
- Κι ως τότε;
- Μοναξιά… και για μένα μοναξιά…
- Ερημιά… παντού ερημιά…
.
- Να ‘σουν εδώ απόψε!
- Το θέλω πολύ να ‘μαι εκεί.
.
- Πότε θα ‘ρθεις;
- Ανάσα μου, δεν είπαμε;
- Είπαμε, μα μου λείπεις…
«Απόψε πάλι με κατακλύζεις.
Στρέφω το πρόσωπο μου στον καθρέφτη κι ότι κοιτάζω είσαι εσύ.
Ότι ανασαίνω είσαι εσύ.
Όπου υπάρχω…
.
Θα μου πεις καληνύχτα.
Τα χέρια θ’ απλώσω να πιάσω τη λέξη, την αίσθηση της να έχω συντροφιά μέχρι το ξημέρωμα.
.
Κι απόψε πάλι, θα τυλιχτούμε τις ανείπωτες λέξεις.
Θα κλειστούμε, σ’ ένα δωμάτιο εσύ, σ’ εν’ άλλο εγώ.
Ανήμποροι να κατανικήσουμε τις αποστάσεις.
Για λίγο μόνο μας φέρνουν κοντά κάποια τρένα ή λεωφορεία…
Για λίγο μας βάζουν μιαν ανάσα στο στήθος κι έπειτα πάλι πίσω την παίρνουν.
.
Απόψε πάλι, θα βυθιστούμε στην αίσθηση την καυτή της βραδιάς και σ’ ότι πίσω της άφησε η πανσέληνος θα βαδίσουμε ως το ξημέρωμα…»
Είναι παράξενο όταν βρέχει τα καλοκαίρια.
Νοτίζουν οι εικόνες που έκλεισαν εντός τους τα μάτια, τα πέλματα καθώς αγγίζουν το πάτωμα, τα όνειρα, τα λόγια…
Μόνο τα φιλιά έτσι καθώς περισσότερο υγραίνονται νοστιμεύουν, τις αισθήσεις κυκλώνουν, και τις παρασέρνουν οι σταγόνες στον όμορφο τους χορό.
.
Έχω μια εικόνα για εσένα φυλάξει.
.
Λίγα κρινολούλουδα, βαρκάκι μικρό, μια λίμνη παραδομένη στην απλότητα, την γαλήνη και την μαγεία του απογευματινού ήλιου.
Έχεις ντυθεί το λευκό σου φόρεμα, κατεβαίνοντας για τον μόλο βαστάς στο χέρι τα παπούτσια.
Δε σε γνοιάζει που βαδίζεις ξυπόλυτη, αντίθετα το διασκεδάζεις.
Χαμογελάς.
Στέκουμαι συγκρατώντας μετά βίας, κοιτάζοντας σε, το κουπί, έχοντας το άλλο αφήσει δευτερόλεπτα πριν στο ξύλινο σκαρί.
Ζωγραφίζω στον μέσα μου καμβά κάθε σου κίνηση, κάθε φιγούρα χορευτική του φορέματος, κάθε σου λέξη.
Ζωγραφίζονται και οι λέξεις κάποτε…
Σε πιάνω από το χέρι.
Περνάς προσεκτικά μέσα στην βάρκα.
Κάθεσαι.
Με τα κρινολούλουδα στα χέρια και πίσω σου ν’ απλώνεται η λίμνη, μοιάζεις μορφή αναγεννησιακή.
Καθώς ανοιγόμαστε στο νερό σου μιλώ για το φεγγάρι, πριν ακόμα εκείνο βγει, με στίχους της στιγμής που ένας ένας θα χαθούν στον απαλό κυματισμό.
Απλώνω το χέρι, το δικό σου εσύ.
Αγγιζόμαστε κάπου μεταξύ τροπόσφαιρας και στρατόσφαιρας, μεταξύ Βόρειου και Νότιου τροπικού κύκλου…
Μιλούν τα βλέμματα.
Λένε άλλα από εκείνα που λένε τα χείλη.
«Σ’ αγαπώ» ψιθυρίζουν.
Φωνάζουν «Σ’ αγαπώ, και θα μπορούσα τον ήλιο να σβήσω στα πόδια σου.
.
Κι ο ήλιος, πήρε να κρύβει σιγά σιγά το πρόσωπο του στα νερά που βούτηξες λίγο πριν να δροσίσεις τα πόδια σου.
Πήχτρα σκοτάδι έξω κι ο οδηγός έχει συντονιστεί για τα καλά με την συχνότητα του ραδιοφώνου τραγουδώντας την επιτυχία της αλησμόνητης Ρίτας «Εγώ, εγώ, δεν πάω μέγαρο θα μείνω με τον παίδαρο…»
.
Α, όλα κι όλα κύριοι, για να οδηγήσω τέτοια ώρα πρέπει να ακούω λαϊκά, απαντά στις παραινέσεις μας για την αλλαγή ρεπερτορίου κι απλώνεται με άνεση στην θέση του επιτρέποντας μου έτσι να τον οραματίζομαι με παλιό χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο του δεξιού χεριού, καδένα χοντρή στον καρπό κι εκείνη του λαιμού να βγαίνει ελαφρώς έξω από το ανοιχτό πουκάμισο, τσιγάρο κρατημένο με τα δύο μικρότερα δάχτυλα κι ανάμεσα σε στοίβες γύψινων πιάτων που δεν δρομολογήθηκαν ακόμα προς την πίστα να κάνει νόημα στο γκαρσόνι να ανοίξει ένα ακόμα μπουκάλι ουίσκι…
Το μαγαζί επαρχιακό – όχι πως τον μεσοαστικών ή μεγαλοαστικών κέντρων διαφέρουν σε κάτι, με βοηθά απλά το τοπίο που αντικρίζω καθώς παίρνει σιγά σιγά να ξημερώνει – από εκείνα τα afterάδικα, τα πολύ after όμως με ωράριο λειτουργίας 3 και μισή το ξημέρωμα με 9 το πρωί.
.
Το σκέφτομαι, χαμογελώ, αγαλλιάζει η ψυχή μου κι έτσι κλείνω όμορφα πάλι τα μάτια προσπαθώντας να ισορροπήσω το σόκ του εδώ και δεκατέσσερα χρόνια πολύ πρωινού ξυπνήματος.
.
Ξημέρωμα είναι και βρίσκομαι ανάμεσα στις βασίλισσες της λαϊκής σκηνής και τις παρατάσεις των ονείρων μου.
Ξημέρωμα είναι κι έτσι, βασιλικά βασιλικά, με το μάτι να αρνείται πεισματικά να ανοίξει, περνάμε την πύλη και η ζωή εισέρχεται μεγαλόπρεπα στην καθημερινότητα της…
Πρωί είναι και κοιτάζω την Mary Poppins να κατεβαίνει από τον δεύτερο όροφο του Zara της οδού Τσιμισκή.
Έχει τυλιγμένη την ομπρέλα της, την βαστά κλειδωμένη στην μασχάλη, στα χέρια βαστά σακούλες του καταστήματος μεγάλες με φορέματα πολύχρωμα και μπλούζες με πούλιες σε σχήμα πεταλούδας και σε σχήμα χαμόγελου μεγάλου…
Μοιάζει να είναι ευτυχισμένη.
Επιβιβάζεται σε σκαραβαίο τελευταίας τεχνολογίας, από την ανοιχτή του κουκούλα βάζει στο πίσω κάθισμα τις σακούλες, ανοίγει το ραδιόφωνο στη διαπασών κι απομακρύνεται.
.
Αργά το βράδυ, βάζουν πινακίδα εκπτώσεων τα καταστήματα.
Βρίσκεις ότι ονειρεύθηκες ή σχεδόν ότι ονειρεύθηκες.
Τα ράφια με τα χαμόγελα έχουν αδειάσει, με τις καρδιές και τις όμορφες υποσχέσεις…
Με χρυσή πιστωτική η Mary ξεσήκωσε κάθε τι από αυτά.
.
Υπό πίστωση η χαρά μας.
Κι αν δεν έχεις να ξεχρεώσεις τι έγινε;
Σημασία έχει πως άγγιξες μια της άκρη.
Τα κατάσχουν όλα στο τέλος.
Ομπρέλες μαγικές και σκουπόξυλα…
Κι άντε να πετάξεις μετά…
Ταξίδια, που τελειώνουν αφήνοντας την υπόσχεση πως θα επιστρέψουν με άλλους προορισμούς στα μεγάλα τους χέρια, μακριά να μας πάρουν κι έτσι πιασμένες οι ψυχές χέρι χέρι να επιβιβασθούν σ’ ένα πλοίο, τα λευκά σεντόνια να ιδρώσουν του κρεβατιού κάποιου ξενοδοχείου που θα ξεκουράζει τα βήματα και θ’ αλαφιάζει τις στιγμές ανάμεσα στ’ αγγίγματα.
.
Απαλά θα παίζει τζαζ από τ’ ανοιχτό ραδιόφωνο και θα ‘ναι απόβραδο.
Και θα ‘ναι έρωτας κάτω απ’ τ’ αστέρια.
Θα ‘ναι βήματα αργά κατ’ απ’ το βλέμμα τους.
.
Θα ‘ναι λόγια ανείπωτα που σμιλεύονται πάνω στα χείλη.
.
Ήθελα μονάχα να σου πω, πως είναι τα ομορφότερα κογχύλια που συνάντησα στη θάλασσα μου τα μάτια σου…
.
στον ανιψιό μου Άγγελο
.
Καμιά φορά, έτσι όπως ονειρεύομαι τα βράδια, ανοίγω τα μάτια και μιλώ στους αγγέλους μου.
Νιώθουν, βλέπεις, κάποτε κι εκείνοι την επιθυμία να μιλήσουν.
.
Καλοκαίρι ήταν, στα χρόνια τα παλιά, μου είπαν λίγο πριν από κάποιο ξημέρωμα, βάδιζε στο νιόβγαλτο σκοτάδι ένα παιδί δακρυσμένο.
- Τι θα κάνω, μονολογούσε…
.
Λίγο πιο κάτου, τρία μικρά αστέρια είχαν βγει στη θάλασσα τ’ ουρανού να κολυμπήσουν.
Ένας λυγμός διαπέρασε το σκοτάδι διαταράσσοντας το ανέμελο θαλασσινό παιγνίδι.
- Κοιτάξτε εκείνο το παιδί που κλαίει, είπε το μεγαλύτερο κι έδειξε κατά την πλευρά που βάδιζε το παιδί.
Μεμιάς, έπαψαν το κολύμπι και με την βοήθεια των φεγγαραχτίδων κατέβηκαν στον δρόμο του παιδιού.
.
- Έι, εσύ, του φώναξαν όλα μαζί, καθώς τα προσπερνούσε δίχως να τα έχει δει.
Σάστισε το παιδί σαν αντίκρισε τα φωτεινά τους προσωπάκια.
- Τι είσαστε εσείς, ρώτησε.
- Μα δε βλέπεις, είπε ελαφρώς ενοχλημένο το πιο μεγάλο.
- Μα αδελφέ μου, οι άνθρωποι δεν μας έχουν δει ποτέ ξανά, δε γνωρίζουν τα πρόσωπα μας, είπε όλο σοφία μα και ταπεινότητα το μικρότερο.
- Έχεις δίκιο, ανταπάντησε συνοφρυωμένο εκείνο.
- Τέλος πάντων. Είμαστε αστέρια του ουρανού, είπε όλο καμάρι. Μπορείς να με φωνάζεις Γιορτινό. Από εδώ είναι το μικρότερο απ’ όλα μας, ο Πρωινός. Και η όμορφη μας είναι η Ζαχαρένια.
- Γιασεμή με βάφτισαν εμένα, είπε το παιδί με το ξάφνιασμα να εξακολουθεί να φέρνει βόλτες μέσα στα μάτια του.
- Γιατί κλαίς, σε είδαμε από την θάλασσα μας, γι’ αυτό κατεβήκαμε, ακούσθηκε πάλι η φωνή του Γιορτινού μόνο που τούτη τη φορά ο ήχος της είχε κάτι συμπονετικό.
.
Ξέσπασε σε δάκρυα το παιδί, κι έτσι καθώς από τα μάτια του ταξίδευαν, με το ποτάμι που ξεχύνονταν ορμητικό πια, μακριά οι εικόνες που είχαν φυλαγμένες εντός τους, ένιωσε ένα χέρι μικρό, όχι περισσότερο από το δικό του, να μπαίνει απαλά στα μαλλιά του.
- Μην κλαίς Γιασεμή μου, κι έτσι όπως τρυφερά έφθανε η φωνή της Ζαχαρένιας στην ψυχή του τα μάγουλά της έπαιρναν το χρώμα του δειλινού…
Κόπασε τότε το κλάμα, ότι από εκείνο έπεσε κάτω είχε μαλακώσει την γη.
.
- Η Μάνα μου, πριν για το βουνό κινήσει ν’ ανεβάσει φαγητό του Πατέρα, μ’ άφηκε λίγα γρόσια ν’ αγοράσω ένα σταμνί που ‘σπασε και δεν μπορεί να φέρνει πια νερό για ζύμωμα, μαγείρεμα και πλύσιμο, κι ακόμα ν’ αφήσω μου μήνυσε παράδες στον στάβλο για το τριφύλλι των ζωντανών που μας δίδει.
.
Στο άκουσμα αυτό, τ’ αστέρι απ’ όλα το μικρότερο, ο Πρωινός, ξεκίνησε έναν γρήγορο βηματισμό γύρω από το παιδί, κι όσο κύκλωνε το παιδί, τόσο σήκωνε πίσω του σκόνη, ολοένα και περισσότερη, ολοένα και πιο πυκνή.
Γύρω από τα πόδια του παιδιού σχηματίσθηκε μια ολόχρυση γραμμή.
- Αυτή είναι η αστερόσκονη μου, είναι χρυσή, μπορείς να την μαζέψεις να πληρώσεις τα πράγματα που σου ζήτησε η μητέρα σου ν’ αγοράσεις.
.
Έσκυψε το παιδί, σήκωσε στα χέρια του τον χρυσό, τύλιξε τα κομμάτια του μ’ ευλάβεια σε μια λουρίδα ύφασμα που ‘χε μαζί του.
Πλήρωσε τον στάβλο για το τριφύλλι, αγόρασε δύο στάμνες να μη χρειάζεται η Μάνα να κατεβαίνει συχνά στην πηγή, μαζί της να πηγαίνει κι εκείνος να την βοηθά.
.
Καθώς στο σπίτι επέστρεψε, ευτυχισμένος σχεδόν, άφηκε στο κατώι τα σταμνιά, στον μπουφέ τα χαρτιά με την υπογραφή της πληρωμής του χρέους, τον χρυσό που απόμεινε, και θα εξηγούσε της Μάνας τι γίνηκε.
Ένιωσε όμως κάτι να του λείπει.
Το άγγιγμα του έλειπε.
.
Σαν ήρθε το βράδυ, βγήκε στην αυλόπορτα και στάθηκε, πιο πολύ ψηλά έψαχνε μήπως και την δει κάπου να παίζει ή να στέκεται.
Τρίτο βράδυ δεν άντεξε να περιμένει, σαν έπεσε η νύχτα λοιπόν φώναξε δυνατά «που βρίσκεσαι, γιατί κρύφθηκες και δεν μπορώ μήτε να σε κοιτάξω;»
Και τ’ αστέρια που εκείνη την ώρα είχαν μεγάλο πανηγύρι στήσει, έστρεψαν το βλέμμα τους και τον κοίταξαν.
- Εδώ είμαι Γιασεμή μου, φανερώθηκε πίσω του η φωνή της Ζαχαρένιας και μαζί της ένα φώς απαλό.
Δάκρυσε πάλι το παιδί, από εκείνο, περισσότερο τούτη τη φορά δάκρυσε το τρυφερό αστέρι.
Τυλίχθηκαν σε μια ζεστή αγκαλιά.
- Γνωρίζεις πως άνθρωποι κι αστέρια δεν μπορούν μαζί να ζήσουν; Πως το ‘χει η μοίρα τους γραμμένο να στέκονται αντίκρυ ο ένας στον άλλο και να μιλούν, πότε με δάκρυα να μιλούν, πότε με λέξεις;
- Κι αν δε το γνώριζα, τις μέρες τις τελευταίες το ένιωσα να μου πονάει την ψυχή.
- Να μην πονάς Γιασεμή μου, θα έρχομαι συχνά για να σε βλέπω, κι αν κάποτε νιώσεις εσύ την ανάγκη να με δεις, να με φωνάξεις και τότε πάλι θα έρθω.
.
Από τότε, πολλά βράδια ακούγεται ένα απαλό τραγούδι ν’ ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό κι ένα αστέρι μικρό, σα δάκρυ χρυσό από μάτι παιδικό, διαγράφει μια πορεία φωτεινή και κατεβαίνει στην γη.
.
Οι άγγελοι μου, τους συνάντησαν, μου ορκίσθηκαν, να στέκουν αγκαλιασμένοι πλάι στα κύματα, ταξιδεύοντας ο ένας στα μάτια του άλλου.
Απόψε γυρίζω μεθυσμένος
από μια ταβέρνα
στα στενά της Άνω Πόλης
.
αλλού τα βήματα, η ψυχή αλλού
.
αφήνω το κλειδί στην πόρτα
αφήνω κι ένα ποτήρι με νερό
στο γυάλινο τραπέζι
.
αφήνομαι στη σκέψη πως θα ‘ρθεις
.
μα μένει ανέγγιχτο το ποτήρι το νερό
το γυάλινο τραπέζι δίχως δαχτυλιές
η πόρτα κλειστή με το κλειδί επάνω
.
και μόνο εκείνο το κρασί με γυροφέρνει
.
δύο καράφες ήτανε
που ‘καμαν τα δάκρυα
με θάλασσα να μοιάζουν…
Πρί’ ν’ αλητέψω
κι όλα στη νύχτα τα προσφέρω και χαθώ
θέλω να ζήσω μια στιγμήν ελάχιστη
σα δάκρυ ανέμου μέσα στα μάτια σου
σα φωτεινή συγκομιδή ερώτων
που αφέθηκαν στην παραζάλη από το πρώτο τ’ άγγιγμα
από το πρώτο το φιλί το φοβισμένο
στ’ άγνωστα χείλη που αγαπήθηκαν πριν τόσα χρόνια
και γι’ άλλα τόσα δεν αντάμωσαν
στις πρωινές σταγόνες του κορμιού
να γύρω τα χείλη
κι αν ξεδιψάζει από πόθο η ψυχή
να ξεδιψάσει
κίτρινο φύλλο στην πορεία του βλέμματος σου
φθινόπωρο καιρό
καθώς μετράει ελλείψεις το στήθος
κι αγγίγματα καθώς αναπολεί
να ζήσω θέλω ένα ταξίδι
που αποσκευές
δε θα χω άλλες από την ψυχή
που φύλαξα σ’ άδεια βαλίτσα τόσα χρόνια
μα τώρα ν’ ανασάνει επιθυμεί
πρί’ ν’ αλητέψω
στης μιας παλάμης σου θα αφήσω τη ζεστή αφή
που χουν τα χέρια μου ποθήσει να ποτίσουν
σε στέρεα γη
και μια σταγόνα δάκρυ
στην άλλη
που αδημονεί το μερτικό της για να λάβει
τρύγος
τρύγος το δάκρυ
πόθου κι αγάπης κι έρωτα
ζωής τρύγος
κι ελπίδα πίστης…
Αν χαμηλά ακουμπήσεις το κεφάλι
τους χτύπους θ’ ακούσεις της καρδιάς της γης
τα βήματα σου νιώθει και καρδιοχτυπά
τα βήματα σου νιώθει
και λυσσομανά στα στήθη της ο πόθος…
Έχει πολύ περάσει ο άνεμος
από τα κάποτε ξανθά μου μαλλιά
τελευταία
νιώθω πως κάτι έχει απομείνει στην μνήμη τους
από εκείνον τον χορό…


Ρωτάς γιατί.
Park 4 by =blogdan
Praying by ~gregkalamp
.
.
.
Συμβαίνει, φορές φορές, να στέκεσαι σε μια πλατεία πυκνόφυτη μ’ αρώματα να πηγαίνουν και να ‘ρχονται στ’ ανοιχτά σου ρουθούνια μα εσύ να είσαι πλημυρισμένος από το λιβάνι και το θυμίαμα της απέναντι σου εκκλησίας και τούτο δίχως να έχεις φθάσει κοντά της, δίχως να έχεις ανέβει ακόμα τα πλατιά, πολλά και μαρμάρινα σκαλοπάτια της.
Παραμένουν αργά τα βήματα, βγαλμένα θαρρείς από παραμύθι που είχε πει ένα βράδυ η γιαγιά σε χρόνια που φυλάχθηκαν καλά στα άλμπουμ των φωτογραφιών, ώσπου φθάνεις και υψώνεται μπροστά σου η μεγάλη ξύλινη πόρτα αφήνω έξω από τον χώρο τα ανοίκεια λόγια, τα ψεύτικα, την ελλιπή αγάπη, την υποκρισία, φυλάσσοντας εντός πρόσωπα κουρασμένα, οστεωμένα από νηστεία και προσευχή, την αληθινή σου αγάπη, τα όνειρα, τις υποσχέσεις τις αληθινές σου, τις ελπίδες σου.
.
Στέκεσαι εκεί, έχοντας μπροστά σου υψωμένες τις ξύλινες πόρτες, σκέπτεσαι αν πρέπει εκείνο το βήμα να κάνεις, σκέπτεσαι αν πρέπει να μείνεις πίσω περιμένοντας το ένα και μεγάλο σημάδι για το τι πρέπει να κάνεις.
.
Κάποια στιγμή την απόφαση παίρνεις και προχωράς.
Και πες μου τότε, για ποιο ζητάς συγχώρεση, για τα πολλά που έκανες και κατά βάθος τα χάρηκες ή για τον έναν Άνθρωπο που πόνεσες, και είχε πρωτύτερα πονέσει πολύ, γιατί απλά δεν τόλμησες να σωπάσεις και τώρα πονάς μα δίχως να θεραπεύεις τον δικό του πόνο;
.
.
.
Ακούγεται ο Ψαλμός ΡΛΕ' (135) του Δαυίδ, σε Ήχο Πλάγιο του Α’
.In a groove. by `Nonnetta
.
.
.
Έχουμε ξεχάσει τις έναστρες νύχτες
μαζί τους τις υποσχέσεις των χειμώνων
πως θα ‘ρθουν με τις πιο ευωδιαστές τους ημέρες.
.
Στο ψυγείο κρεμασμένοι μονάχα λογαριασμοί
μήτε ένα σ’ αγαπώ.
.
Έχουμε τα σ’ αγαπώ μας
κρεμάσει στην αγχόνη.
.
.
.
«Κλεμμένα φιλιά» ερμηνεύει η Ιροντίνα Κανδράλη από το cd της ταινίας Νύφες.
hide and seek by ~follettina
.
.
.
Έχω φυλάξει ανάμεσα στο πριν και το μετά ένα πρόσωπο γαλήνιο
θαρρείς φωτισμένο από χέρι άγιο
ηλιοφώτιστο το ονομάζω
και λίγο πριν κλείσω ή τα μάτια ανοίξω
μου χαϊδεύει τα μαλλιά απλά και με κοιτάζει στα μάτια
.
«Αφέσου» ψελλίζει της ψυχής μου κι εκείνη υπακούει
απλώνει τα χέρια θαρρείς σε νερό θαλασσινό
κι εκείνο το ίδιο χέρι μια στ’ ανοιχτά την βγάζει και μια στα ρηχά
.
τις νύχτες μονάχα
σεντέφια στρώνει τον ουρανό να ξαπλώσει
κι εκείνα παιδιά μικρά καθώς μοιάζουν
μ’ ένα τσέρκι στο χέρι ξεσηκώνουν τις γειτονιές
κι άλλα, τα πιο μικρά, κουτσό παίζουν και κρυφτό …
.
θυμάσαι το κρυφτό;
Φτού ξελευθερία φώναζε ο τελευταίος
και πάλι εκείνος που φυλούσε τα φύλαγε…
[www.deviantart.com] Double Exposure Wheat by ~DearSecret.
.
.
.
Είναι μέρες τώρα, νιώθω σ’ ένα λιβάδι να βαδίζω απέραντο.
Στα χέρια βαστώ στάχυ ώριμο, με καρπό πλούσιο στην άκρη του.
Γύρω μου απλώνεται θάλασσα χρυσή.
Δεν θέλω τούτο το στάχυ να αφήσω, μήτε και στα χείλη να το βάλω κι έπειτα μ’ ένα αργό μάσημα να το καταστρέψω.
Νιώθω την ανάγκη να το φυλάξω σε μιαν αγκαλιά.
.
Μα έχω αμαρτήσει πολύ.
.
Όπου αφήσω το στάχυ θα μαραθεί μα κι αν δεν μαραθεί τον τρόπο αγνοώ να οδηγήσω τον καρπό του ώστε να θρέψει τον κόσμο…
.
.
.
Το τραγούδι "Αχ Αγέρα" ερμηνεύουν η Βασιλική Παπαγεωργίου και το συγκρότημα Gundogarken, παρέμεινε στα τουρκικά charts περισσότερο από τρία χρόνια.
περιλαμβάνεται στο cd «Βραδινός της πόλης ουρανός»
[www.deviantart.com] jasmin by ~ZminytyNastriy
.
.
Συμβαίνει καμιά φορά
να σκοντάφτεις στο πόδι του ανέμου
που κουβαλάει εν’ άρωμα γιασεμιού
απ’ τ’ απέναντι περιβόλι.
.
Κι εμείς, μητέρα
που είχαμε ξαπλώσει από νωρίς.
έμοιαζαν τα παιδικά μας κρεβάτια
να μικραίνουν
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα καλοκαιριού.
Πάσχιζες να μας κοιμήσεις
μα το σπίθισμα του λουλουδιού
στα όργανα τα αισθητήρια της όσφρησης
φούντωνε τις αισθήσεις
νιώθαμε να σκιρτά το σώμα.
.
Κι αλήθεια, μητέρα
από τα σχήματα που έπαιρναν οι σκιές
και γέμιζαν τους τοίχους του δωματίου
θυμάσαι ποια φύλαξα ατόφια στην μνήμη;
.
Ήταν εκείνου του τρελού
που έπλεκε στεφάνια για τον έρωτα
ισορροπώντας στα φτερά του ανέμου
καθώς εκείνος
μπερδεύονταν στα παιδικά μας μαλλιά.
.
.
.
.
.
Το τραγούδι το άκουσα από την συχνότητα του Ερωτικού στους 94,8 της μπάντας των FM, εδώ στην Θεσσαλονίκη.
Το αγάπησα.
Από το cd του Νίκου Τερζή «Μέσα από τον δικό μου κόσμο» η Αρετή Κετιμέ ερμηνεύει το τραγούδι «Κρυφή μου θάλασσα».
Άπλωσε το μελάνι στο λευκό χαρτί
κίτρινα κόκκινα καράβια ζωγραφίζει
στη γαλανή θάλασσα
κι έτσι όπως δε βουλιάζει το χαρτί
πάνω στο χαρτί που ταξιδεύει
πλέουν ολοταχώς οι αισθήσεις
στην αγκαλιά του καλοκαιριού…

the red by ~24436261
.
.
.
Είναι κάποια βράδια
που ηχεί εντός μου
μια φωνή και με ξυπνά.
Βγαίνουν εικόνες αλαφιασμένες από τα στήθη
βγαίνουν μικρά βαρκάκια
μεσοπέλαγα της ψυχής για πυροφάνι.
Σηκώνουν τις πιο μεγάλες μου λύπες
μακριά τις παίρνουν.
Καθώς ξημερώνει μόνο
έχει το νερό απ' τα λαγήνια σωθεί
έχουν πονέσει τα χέρια απ' το κουπί
κι έτσι που ξυπνώ κουρασμένος
έχω μια διψασμένη αγωνία
φιλημένη στα χείλη.
.
.
.
Ίσως κάποιες πραγματικότητες να είναι πολύ σκληρές για να τις αντιμετωπίσουμε βγαίνοντας από ένα πολύ κουρασμένο παρελθόν…
Ένα «Νανούρισμα» επέλεξα και σαν χάδι από χέρι παιδικό η φωνή της Νανάς Παπαδοπούλου με αγγίζει ξανά.
Ο δίσκος στα 1977, Πορεία μέσα στη νύχτα του Πάνου Τζαβέλα σε στίχους του Φώτη Αγγουλέ.

http://www.deviantart.com Woman In Chains by ~Rainbird300
.
.
.
.
.
Οι μέρες είναι ζεστές πια
σμιλεύουν ευκολότερα τα χέρια τον πηλό.
.
Πλάθω το πρόσωπό σου.
.
Μετρώντας αντίστροφα το κύλισμα των ωρών
αφήνω κεριά αναμμένα εκεί όπου θ’ ακουμπήσεις τ’ απαλά σου πέλματά
χτενίζω με τ’ ακροδάχτυλα τις άκρες των πήλινων μαλλιών σου
χαράζω τις πτυχές τους
χαράζω τους παφλασμούς των ονείρων σου επάνω τους.
.
Μια μετάξινη ανταύγεια ανασαίνει βαθιά πάνω στο στήθος
– Θεέ μου, πόσο όμορφο έπλασες τούτο τον κόσμο
και κράτησες φτωχούς τους ανθρώπους μακριά του;
.
Λησμόνησα έτσι τις νύχτες
έμαθα να ραγίζω με φως τα σκοτάδια
χώρεσα την μορφή σου μέσα τους
έσπειραν εντός σου μιαν ηλιαχτίδα τα σκοτάδια τρυφερή.
Αυτό ήταν λοιπόν
υποκλίθηκε κι ο ήλιος του μεσονυκτίου στην ύπαρξη σου
και τα φεγγάρια τα πανσέληνα
στο προσκέφαλο σου καταδύονται.
.
.
.
.
Μουσικό θέμα Cantabile του Carlo Modiconi αποδίδει ο Κώστας Κοτσιώλης.
Στοιχεία του εξαίρετου μουσικού θα βρείτε στην διεύθυνση:
![]() |
Copyright © 2008 Thessaloniki Blogs Πληροφορίες για το site Καταχωρήστε το δικό σας blog |
Last Update: 10.03.2010 11:26:34 |
